Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ινδία ολοκλήρωσαν επιτυχώς τις διαπραγματεύσεις για ένα νέο εμπορικό σύμφωνο, στέλνοντας ένα ισχυρό μήνυμα συνεργασίας σε διεθνές επίπεδο.
Η πρόεδρος του Συνδέσμου Γερμανικών Αυτοκινητοβιομηχανιών (VDA), Hildegard Müller, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα σημαντικό για τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία και για την ενίσχυση της διμερούς οικονομικής συνεργασίας.
Το σύμφωνο προβλέπει σταδιακή μείωση των δασμών σε εισαγόμενα οχήματα στην Ινδία στο 10% για μια αρχική ποσόστωση 250.000 αυτοκινήτων, ενώ οι δασμοί για ανταλλακτικά θα μειωθούν πλήρως εντός 5-10 ετών.
Η συμφωνία στοχεύει στον βελτιωμένο πρόσβαση στην αγορά της Ινδίας, ενός εκ των ταχύτερα αναπτυσσόμενων και πλέον προστατευμένων αγορών, ενισχύοντας παράλληλα τις επενδύσεις και τη συνεργασία σε μακροπρόθεσμο επίπεδο.
Η Ινδία αποτελεί στρατηγικό συνεργάτη για τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, τόσο ως σημαντικό παραγωγικό κέντρο όσο και ως αναπτυσσόμενη αγορά.
Το 2025 πουλήθηκαν στην Ινδία περίπου 4,5 εκατομμύρια επιβατικά οχήματα, σημειώνοντας αύξηση 5% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, και οι προβλέψεις για το 2026 κάνουν λόγο για περαιτέρω αύξηση κατά 4% στα 4,7 εκατομμύρια οχήματα.
Στον τομέα των βαρέων οχημάτων, η αγορά της Ινδίας κατέγραψε το 2025 8% ανάπτυξη, με 357.700 οχήματα, το υψηλότερο επίπεδο από το 2018.
Παρά τη δυναμική της αγοράς, ο εμπορικός όγκος μεταξύ Γερμανίας και Ινδίας παραμένει περιορισμένος.
Το 2024, οι γερμανικές εξαγωγές αυτοκινητοβιομηχανικών προϊόντων προς την Ινδία ανήλθαν σε 1,115 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 868 εκατ. ευρώ αφορούσαν ανταλλακτικά, ενώ οι εισαγωγές από την Ινδία ανήλθαν σε 589 εκατ. ευρώ.
Το 2025, κατά τα πρώτα τρία τρίμηνα, οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 18% στα 722 εκατ. ευρώ, με 614 εκατ. ευρώ να αφορούν ανταλλακτικά, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 4% στα 462 εκατ. ευρώ.
Η πρόεδρος του VDA υπογραμμίζει ότι περίπου το 70% των θέσεων εργασίας στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία εξαρτάται από τις εξαγωγές, γεγονός που καθιστά τα εμπορικά συμφωνητικά κρίσιμα για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και της οικονομικής σταθερότητας.
Η Müller σημείωσε επίσης ότι μόνο μια ισχυρή, εξαγωγικά προσανατολισμένη βιομηχανία θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της μεταστροφής στην πράσινη κινητικότητα και να συμβάλει στην προστασία του κλίματος.
Επιπλέον, η Ινδία έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για ηλεκτροκίνηση έως το 2030: 30% των επιβατικών οχημάτων, 70% των βαρέων οχημάτων και 80% των δύο και τριών τροχών θα πρέπει να είναι ηλεκτρικά. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για τις γερμανικές εταιρείες, οι οποίες διαθέτουν τεχνολογική υπεροχή στην παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων και ανταλλακτικών.
Η συμφωνία αναμένεται να ενισχύσει την αξιοπιστία και τη συνεργασία μεταξύ ΕΕ και Ινδίας, ενώ η ταχεία επικύρωσή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι καθοριστική για την πλήρη εφαρμογή των δασμολογικών μειώσεων και την αξιοποίηση των νέων ευκαιριών στην ινδική αγορά.











