Η σχέση της Deutsche Bank με τον Jeffrey Epstein δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη υπόθεση κακής τραπεζικής κρίσης. Είναι μια ιστορία που αγγίζει τον πυρήνα της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας, το σημείο όπου το χρηματοπιστωτικό σύστημα παύει να είναι ουδέτερος διαμεσολαβητής κεφαλαίων και μετατρέπεται σε ενεργό παράγοντα ισχύος.
Όταν η τράπεζα αποφάσισε να εντάξει στο πελατολόγιό της έναν ήδη καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα χρηματοδότη, το ζήτημα δεν ήταν απλώς διαδικαστικό.
Δεν επρόκειτο για μια παράλειψη γραφειοκρατικού τύπου, ούτε για τεχνική αστοχία στους μηχανισμούς «γνωρίστε τον πελάτη σας».
Ήταν μια συνειδητή αποτίμηση ρίσκου, όπου το πιθανό κόστος φήμης ζυγίστηκε απέναντι στα οικονομικά και δικτυακά οφέλη που μπορούσε να αποφέρει ο συγκεκριμένος πελάτης.
Η πολιτική διάσταση αναδεικνύεται ακριβώς σε αυτή τη ζυγαριά.
Ο Έπσταϊν δεν ήταν ένας απλός ιδιώτης με κεφάλαια. Διατηρούσε σχέσεις με ισχυρούς επιχειρηματίες, ακαδημαϊκούς και πολιτικούς, μεταξύ αυτών και ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Bill Clinton.
Η πρόσβαση σε τέτοια δίκτυα δεν μεταφράζεται μόνο σε δυνητικά νέα κεφάλαια· μεταφράζεται σε επιρροή, κύρος και θέση μέσα στο οικοσύστημα της παγκόσμιας ελίτ. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η απόφαση διατήρησης της σχέσης δεν είναι ουδέτερη επιχειρηματική επιλογή. Είναι πολιτική πράξη.
Η μεταχρηματοπιστωτική εποχή μετά το 2008 διακηρύχθηκε ως περίοδος αυστηρότερης εποπτείας και μηδενικής ανοχής σε πρακτικές που υπονομεύουν τη διαφάνεια. Ωστόσο, η υπόθεση αυτή δείχνει ότι οι κανονισμοί, όσο αυστηροί και αν είναι στα χαρτιά, εφαρμόζονται μέσα σε ένα περιβάλλον ισχύος.
Όταν ένας πελάτης αποφέρει σημαντικά έσοδα και προσφέρει πρόσβαση σε δίκτυα υψηλής επιρροής, η έννοια του «υψηλού ρίσκου» γίνεται ελαστική.
Η κανονικοποίηση ύποπτων συναλλαγών, οι επαναλαμβανόμενες εγκρίσεις και η εσωτερική υποβάθμιση ανησυχιών δεν συνιστούν απλώς οργανωτική αδυναμία· αποκαλύπτουν μια κουλτούρα όπου το οικονομικό όφελος προηγείται της θεσμικής ευθύνης.
Το επιχείρημα ότι η τράπεζα πλήρωσε βαρύ τίμημα με πρόστιμα εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων δύσκολα αντέχει σε σοβαρή πολιτική ανάλυση. Για έναν παγκόσμιο τραπεζικό κολοσσό, τα πρόστιμα αποτελούν διαχειρίσιμο κόστος.
Η απουσία προσωπικής λογοδοσίας σε ανώτατο επίπεδο και η περιορισμένη δομική αναδιάρθρωση ενισχύουν την αίσθηση ότι το σύστημα απορροφά τους κραδασμούς χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η αποτυχία συμμόρφωσης τιμωρείται οικονομικά, αλλά όχι θεσμικά.
Η υπόθεση εγείρει, τελικά, ένα ευρύτερο ερώτημα για τη λειτουργία της δημοκρατίας σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.
Οι τράπεζες δεν είναι απλώς ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Διαχειρίζονται τις αρτηρίες της οικονομικής ζωής και, ως εκ τούτου, κατέχουν ιδιότυπη δημόσια εξουσία. Όταν επιλέγουν να διατηρούν σχέσεις με πρόσωπα που φέρουν σοβαρό ηθικό και νομικό φορτίο, δεν πρόκειται για μια στενά ιδιωτική υπόθεση. Πρόκειται για απόφαση με κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες.
Η σχέση Deutsche Bank – Έπσταϊν λειτουργεί ως καθρέφτης ενός συστήματος όπου η οικονομική ισχύς μπορεί να μεταφραστεί σε θεσμική ανοχή. Δεν χρειάζονται θεωρίες συνωμοσίας για να εξηγηθεί το φαινόμενο.
Αρκεί η αναγνώριση ότι τα κέντρα οικονομικής και πολιτικής ισχύος αλληλεπιδρούν διαρκώς, δημιουργώντας ζώνες αμφισημίας ανάμεσα στο νόμιμο και το αποδεκτό.
Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα δεν είναι μόνο τι έκανε μια τράπεζα απέναντι σε έναν προβληματικό πελάτη. Είναι κατά πόσο οι δημοκρατικοί θεσμοί μπορούν να επιβάλουν πραγματικά όρια όταν το οικονομικό διακύβευμα είναι υψηλό και οι διασυνδέσεις εκτείνονται στον πυρήνα της εξουσίας.
Αν η απάντηση είναι ασαφής, τότε η υπόθεση αυτή δεν αποτελεί απλώς σκάνδαλο του παρελθόντος, αλλά προειδοποίηση για το παρόν.
Με πληροφορίες από Financial Times











