Η Μαρία Καρυστιανού, η μητέρα της αδικοχαμένης Μάρθης, μιλά με λόγια που ακουμπούν βαθιά τη συνείδηση της κοινωνίας και δηλώνει αποφασισμένη να μετατρέψει τον ανείπωτο πόνο της σε ενεργό αγώνα για δικαιοσύνη, διαφάνεια και πολιτική αναγέννηση.
«Το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα δεν θα δώσει ποτέ λύσεις, γιατί αυτό θα σήμαινε τη διάλυσή του», τονίζει, εξηγώντας πως η δική της πορεία από τη θλίψη στη δράση είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής. «Δεν ξεκίνησα για να γίνω πολιτικός. Ξεκίνησα για να βρω την αλήθεια και να δικαιώσω τη μνήμη της κόρης μου», εξομολογείται.
Από τον πόνο στη συλλογική αφύπνιση
Η Καρυστιανού έχει πλέον αναδειχθεί σε μια από τις πιο ηχηρές φωνές κατά της διαφθοράς. Οι μαζικές κινητοποιήσεις που ακολούθησαν το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη, όπως λέει, «ήταν μια επανάσταση της κοινωνίας απέναντι στη σήψη». Για εκείνη, η απώλεια της Μάρθης δεν ήταν ένα ιδιωτικό τραύμα, αλλά μια υπαρξιακή αφύπνιση.
«Φταίω, γιατί επέτρεψα στους πολιτικούς να απαξιώσουν τη ζωή μας», παραδέχεται. «Η ανοχή μας γέννησε τη διαφθορά. Τώρα είναι η ώρα να σηκώσουμε το βλέμμα και να πάρουμε πίσω την ευθύνη που μας αναλογεί».
Ένα νέο πολιτικό εγχείρημα
Μέσα από αυτή την ορμή γεννιέται μια νέα πολιτική πρωτοβουλία. Το όνομα και η μορφή της δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί, όμως, όπως αποκαλύπτει, πρόκειται για ένα συλλογικό κίνημα πολιτών που «στοχεύει να διεκδικήσει την ψήφο του ελληνικού λαού με αξιοπρέπεια και ουσία». Το πρόγραμμα θέσεων θα καθοριστεί δημοκρατικά, ενώ ο επικεφαλής, όπως υπογραμμίζει, θα προκύψει από τη βούληση των μελών.
Για την ίδια, η συμμετοχή δεν είναι πολιτική φιλοδοξία, αλλά πράξη ευθύνης: «Όταν βλέπεις τη Δικαιοσύνη να σιωπά και το κράτος να συγκαλύπτει, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η παραίτηση. Είναι η δράση».
«Η Μάρθη είναι το φως μου»
Στις πιο προσωπικές της εξομολογήσεις, η Μαρία Καρυστιανού μιλά για τη Μάρθη σαν να βρίσκεται πάντα πλάι της. «Την είδα σαν άγγελο, με φτερά, γεμάτη φως», λέει. «Αυτό το φως με οδηγεί κάθε μέρα». Η πίστη της, όπως εξηγεί, έγινε στήριγμα και πηγή δύναμης.
Παρά τον διαρκή πόνο, διατηρεί αξιοπρέπεια και ένα βαθύ αίσθημα σκοπού: «Δεν ξυπνάω απλώς για να ζήσω την ημέρα μου. Ξυπνάω για να δώσω τη μάχη μου».
Η μνήμη ως πολιτική πράξη
Η Καρυστιανού έχει μετατρέψει την απώλειά της σε πολιτική στάση ζωής. Δηλώνει ότι δεν θα σταματήσει μέχρι να δικαιωθούν όχι μόνο οι ψυχές των θυμάτων, αλλά κι εκείνοι που πιστεύουν πως η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια χώρα με θεσμούς που σέβονται τη ζωή.
«Από τον χαμό της κόρης μου, θέλω να βγει κάτι καλό, κάτι που θα μείνει», καταλήγει. «Αν το έγκλημα των Τεμπών γίνει η αφετηρία μιας νέας εποχής δικαιοσύνης και ανθρωπιάς, τότε η Μάρθη θα έχει δικαιωθεί».












