22 Φεβρουαρίου 2026

Η ΕΕ επανεξετάζει την ενεργειακή της εξάρτηση, χτίζοντας την επόμενη!

Η ΕΕ αλλάζει εξάρτηση και όχι στρατηγική

GR-NEWSROOM

GR-NEWSROOM

Η ΕΕ επανεξετάζει την ενεργειακή της εξάρτηση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται εκ νέου αντιμέτωπη με τα όρια της ενεργειακής της στρατηγικής, καθώς αυξάνονται οι ανησυχίες για την έντονη εξάρτησή της από το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG).

Μετά τη ραγδαία απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, οι Βρυξέλλες επιχειρούν να αναπροσαρμόσουν την πολιτική τους, αναζητώντας νέους προμηθευτές και προσπαθώντας να περιορίσουν τους γεωπολιτικούς κινδύνους που δημιουργεί η μονομερής εξάρτηση.

Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό το ρωσικό φυσικό αέριο με εισαγωγές LNG από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επιλογή αυτή υπήρξε αποτέλεσμα πολιτικής απόφασης, με στόχο την ενεργειακή ασφάλεια και τη διακοπή της χρηματοδότησης της Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Ωστόσο, τα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος της νέας εξάρτησης! Το τρίτο τρίμηνο του έτους, οι ΗΠΑ κάλυψαν περίπου το 60% των ευρωπαϊκών εισαγωγών LNG, από 24% στις αρχές του 2021.

Η συγκέντρωση αυτή προκαλεί πλέον έντονο προβληματισμό. Ο Επίτροπος Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νταν Γιόργκενσεν, αναγνώρισε δημόσια ότι εντείνεται η ανησυχία για τον κίνδυνο αντικατάστασης μιας εξάρτησης από μια άλλη.

Όπως δήλωσε, οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις και η κρίση που συνδέεται με τη Γροιλανδία λειτούργησαν ως προειδοποιητικό σήμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε επαφές με εναλλακτικούς προμηθευτές, μεταξύ των οποίων ο Καναδάς, το Κατάρ και χώρες της Βόρειας Αφρικής. Στόχος είναι η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας LNG, ώστε να μειωθεί η έκθεση της Ένωσης σε πολιτικές ή εμπορικές πιέσεις από έναν και μόνο εταίρο.

Το αντιφατικό στοιχείο στη στρατηγική της ΕΕ

Παράλληλα, όμως, αναδεικνύεται ένα εμφανές αντιφατικό στοιχείο στη στρατηγική της ΕΕ. Από τη μία πλευρά, η Ένωση επένδυσε συστηματικά τα τελευταία χρόνια στη δημιουργία νέων εξαρτήσεων, υπογράφοντας μακροχρόνιες συμφωνίες και προσαρμόζοντας τις υποδομές της στις αμερικανικές προμήθειες LNG.

Από την άλλη, σήμερα αναζητά εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες συχνά συνεπάγονται υψηλότερο κόστος, μεγαλύτερες αποστάσεις μεταφοράς και νέες επενδύσεις σε υποδομές.

Η αντίφαση αυτή γίνεται εντονότερη αν ληφθούν υπόψη οι δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο πλαίσιο συμφωνίας για τα τελωνειακά δικαιώματα που επιτεύχθηκε πέρυσι, η Ένωση δεσμεύτηκε να εισάγει έως το 2028 φυσικό αέριο, πετρέλαιο και πυρηνικά καύσιμα συνολικής αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η συμφωνία αυτή καθιστά πολιτικά και οικονομικά δύσκολη μια ταχεία απομάκρυνση από τις αμερικανικές ενεργειακές προμήθειες. Επιπλέον, αρκετοί από τους εναλλακτικούς προμηθευτές που εξετάζει η Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρουν LNG σε υψηλότερες τιμές ή με περιορισμένη άμεση διαθεσιμότητα.

Αυτό εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο η διαφοροποίηση μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να επιβαρυνθούν περαιτέρω οι ευρωπαϊκές οικονομίες και οι καταναλωτές, οι οποίοι ήδη αντιμετώπισαν σημαντικές αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος τα προηγούμενα χρόνια.

Απουσία μιας μακροπρόθεσμης, συνεκτικής στρατηγικής

Η παρούσα συγκυρία αποκαλύπτει ένα δομικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, που δεν είναι άλλο από την απουσία μιας μακροπρόθεσμης, συνεκτικής στρατηγικής που να συνδυάζει ασφάλεια εφοδιασμού, οικονομική βιωσιμότητα και γεωπολιτική αυτονομία.

Αν και το φυσικό αέριο θεωρείται μεταβατικό καύσιμο στο δρόμο προς την πράσινη μετάβαση, η διαχείρισή του εξακολουθεί να καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές συγκυρίες και έκτακτες αποφάσεις.

Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά νέες ισορροπίες, το βασικό ερώτημα παραμένει αν μπορεί να αποφύγει στο μέλλον τον φαύλο κύκλο της αντικατάστασης μιας εξάρτησης με μια άλλη, και μάλιστα ακριβότερη.

Οι επόμενες κινήσεις της θα δείξουν αν τα διδάγματα της πρόσφατης ενεργειακής κρίσης θα οδηγήσουν σε πιο σταθερές επιλογές ή σε νέες, δύσκολες προσαρμογές.