Η υπόθεση της Μαρίας Καρυστιανού εξελίσσεται σε ένα από τα πιο αποκαλυπτικά επεισόδια σύγκρουσης ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό κατεστημένο της χώρας. Μια μητέρα που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του αγώνα για δικαιοσύνη μετά την τραγωδία των Τεμπών μετατρέπεται σταδιακά σε κεντρικό στόχο πολιτικής απαξίωσης και μιντιακής υπονόμευσης.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν ξεκίνησε ως πολιτικός, αλλά ως μητέρα θύματος του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών, που βγήκε μπροστά για να διεκδικήσει λογοδοσία από ένα κράτος που επί χρόνια λειτουργεί με όρους ατιμωρησίας.
Η ανάληψη της προεδρίας του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών 2023 την έφερε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, καθώς έδωσε φωνή σε οικογένειες που κατήγγειλαν όχι μόνο τραγικά λάθη, αλλά και θεσμική συγκάλυψη.
Με συνεχείς παρεμβάσεις, ομιλίες και δημόσιες καταγγελίες, η Καρυστιανού ανέδειξε τις ευθύνες του πολιτικού συστήματος, μιλώντας ανοιχτά για ένα βαθιά διεφθαρμένο μοντέλο εξουσίας που θυσιάζει την ασφάλεια των πολιτών στον βωμό μικροπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων.
Η ηθική βαρύτητα της μαρτυρίας της της έδωσε απήχηση πολύ πέρα από τον στενό κύκλο των συγγενών, αγγίζοντας ένα ευρύτερο κοινό που αισθάνεται προδομένο από τους θεσμούς.
Η απόφαση που άλλαξε τους όρους
Το σημείο καμπής ήρθε όταν άφησε ανοιχτό, και στη συνέχεια προχώρησε, το ενδεχόμενο συγκρότησης νέου πολιτικού φορέα, με κεντρικό άξονα την κάθαρση, τη διαφάνεια και τη ριζική αμφισβήτηση του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος.
Από τη στιγμή που η οργή και το πένθος άρχισαν να αποκτούν πολιτική έκφραση, η σχέση της με το κατεστημένο άλλαξε δραματικά.
Εκτιμήσεις και αναλύσεις που την εμφάνιζαν ως πιθανή εκφραστή ενός μεγάλου τμήματος των απογοητευμένων ψηφοφόρων λειτούργησαν ως καμπανάκι κινδύνου για κόμματα που βλέπουν την εκλογική τους επιρροή να διαβρώνεται.
Η προοπτική ενός νέου πόλου, ικανού να συσπειρώσει πολίτες που δεν εμπιστεύονται πλέον την παραδοσιακή αντιπροσωπευτική τάξη, αντιμετωπίστηκε όχι ως δημοκρατική πρόκληση, αλλά ως απειλή.
Ορατή και αόρατη επίθεση
Από εκείνη τη στιγμή, η δημόσια κριτική προς την Καρυστιανού άρχισε να αποκτά χαρακτηριστικά συντονισμένου «πολέμου χαρακτήρων». Πολιτικά στελέχη, που μέχρι πρότινος την επαινούσαν ως σύμβολο αξιοπρέπειας και αγώνα, υιοθέτησαν έναν πιο επιθετικό τόνο, αμφισβητώντας την κρίση, τις προθέσεις και την ικανότητά της να σταθεί στην πολιτική σκηνή.
Παράλληλα, η δημόσια σφαίρα γέμισε με υπαινιγμούς περί φιλοδοξίας, καιροσκοπισμού ή εργαλειοποίησης του πένθους, μετατοπίζοντας το βάρος από τις ευθύνες του κράτους και των κυβερνήσεων στο «προφίλ» της ίδιας.
Έτσι, στο επίκεντρο της συζήτησης δεν βρίσκεται πλέον το γιατί χάθηκαν ζωές στα Τέμπη και ποιος λογοδοτεί για αυτό, αλλά το αν η Καρυστιανού έχει «δικαίωμα» να μετατρέπει τον αγώνα της σε πολιτικό πρόταγμα.
Η μηχανική της λασπολογίας
Ο πόλεμος λάσπης δεν εκδηλώνεται μόνο με ανοιχτές επιθέσεις, αλλά και με πιο υπόγειες τακτικές απαξίωσης. Δηλώσεις συγγενών που διαφωνούν με την πολιτική της επιλογή αναδεικνύονται με υπερβολική ένταση, ώστε να παρουσιαστεί η πρωτοβουλία της ως προσωπικό εγχείρημα, αποκομμένο από το ευρύτερο αίσθημα αδικίας.
Ταυτόχρονα, την ίδια στιγμή που κατηγορείται ότι διασπά την ενότητα των θυμάτων ή της κοινωνίας, παραμένει αποσιωπημένο το γεγονός ότι η ίδια η απουσία δικαιοσύνης και ουσιαστικής λογοδοσίας είναι αυτή που διχάζει και εξοργίζει τους πολίτες.
Η εστίαση στην προσωπικότητά της, αντί στις δομικές παθογένειες που καταγγέλλει, λειτουργεί ως επικοινωνιακός αντιπερισπασμός.
Ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης
Μέρος των μέσων ενημέρωσης υιοθετεί ένα πλαίσιο κάλυψης που αντιμετωπίζει την Καρυστιανού ως «φαινόμενο» προς ανάλυση, όχι ως αφορμή για σε βάθος έλεγχο του κράτους και των πολιτικών ευθυνών.
Η δημοσιότητα περιστρέφεται γύρω από το αν μπορεί να «σταθεί» στην πολιτική σκηνή, αν απειλεί τα υπάρχοντα κόμματα, αν θα «κόψει» ποσοστά, σε βάρος της ουσίας των καταγγελιών της.
Η αφήγηση περί «πολιτικοποίησης του πένθους» εμφανίζεται συχνά ως μομφή, σαν να είναι ηθικά ανεπίτρεπτο μια τραγωδία να γεννά πολιτικά αιτήματα και νέες μορφές εκπροσώπησης.
Έτσι, η πολιτική συμμετοχή παρουσιάζεται περίπου ως ύβρι για όσους τόλμησαν να αμφισβητήσουν ανοιχτά την τάξη πραγμάτων, αντί ως φυσική συνέχεια ενός κοινωνικού σοκ που αποκάλυψε το βάθος της κρίσης εμπιστοσύνης.
Η σύγκρουση που ξεπερνά το πρόσωπο
Η στοχοποίηση της Μαρίας Καρυστιανού υπερβαίνει το πρόσωπό της και αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν μια μητέρα-σύμβολο αντέχει τον πόλεμο λάσπης, αλλά αν το πολιτικό σύστημα αντέχει την ύπαρξη μιας αυτόνομης, κοινωνικά γειωμένης φωνής που δεν οφείλει τίποτα στις παραδοσιακές εξουσίες.
Σε μια χώρα όπου μεγάλα τμήματα της κοινωνίας νιώθουν ότι οι θεσμοί δεν τους προστατεύουν και ότι οι τραγωδίες αντιμετωπίζονται με επικοινωνιακή διαχείριση, η προσπάθεια απαξίωσης ενός τέτοιου προσώπου μοιάζει με προσπάθεια φίμωσης της ίδιας της κοινωνικής οργής.
Ο πόλεμος και η λασπολογία εναντίον της λειτουργούν ως καθρέφτης των ορίων ανοχής ενός συστήματος που δυσκολεύεται να αποδεχθεί ότι η δημοκρατία δεν τελειώνει στην κάλπη, αλλά ξεκινά εκεί!












